Είσοδος Επικοινωνία Περιεχόμενα Links Χαιρετισμός

ΜΟΝΗ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ

Ι. Ν. ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΧΑΛΚΗΣ

μονὴ αὐτή, εὑρίσκεται σήμερον εἰς τὸν λεγόμενον λόφον τῆς Ἐλπίδος (στὰ τουρκικὰ Οὐμὶτ Τεπεσὶ ἢ Παπὰζ Δαγὶ - ὁ Λόφος τῶν Παπάδων), τὸν ἕνα ἀπὸ τοὺς τρεῖς λόφους τῆς Χάλκης. Τὸ περιβάλλον εἶναι μαγευτικόν. Τὸ βλέμμα τοῦ παρατηρητοῦ ἀντικρύζει πρὸς ὅλας τὰς πλευρὰς τὴν θάλασσαν. Μακρυὰ εἶναι ἡ παραλία τῆς Θράκης, τὸ ἀρχαῖον Βυζάντιον, ἡ Χαλκηδών, ἡ Βιθυνία καὶ τὰ ἄλλα Πριγκηπόννησα.

Τὸ ὄνομα τῆς μονῆς ἐνωρὶς γνωρίζεται ὡς τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἀλλὰ συναντῶνται καὶ ἄλλαι ὀνομασίαι, ἱστορικαὶ ἢ ὄχι δι᾽ αὐτήν, ὅπως: μονὴ τῆς Χαλκίτου, μοναστήριον τῆς Χάλκης, μονὴ τῶν Δεσποτῶν. Σιών, Νέα Σιών, τοῦ Ἐσόπτρου, τοῦ Κατόπτρου, Περίβλεπτος, Στούδιον Σοφίας καὶ Μαθημάτων.

Εἰς μονὴν τῆς Χάλκης, πιθανῶς τῆς Ἁγίας Τριάδος παρέμεινεν ἀσκούμενος ἐπὶ διετίαν (809-811) τὸν Θ´ αἰῶνα Θεόδωρος ὁ Στουδίτης.

πίσης διέμεινεν εἰς μονὴν τῆς Χάλκης, πιθανῶς ἐδῶ, ἡ αὐτοκράτειρα Θεοδώρα, χήρα τοῦ Λέοντος Ε´, μετὰ τοῦ υἱοῦ τῆς Βασιλείου, ἐπὶ διετίαν, κατόπιν ἐντολῆς τοῦ αὐτοκράτορος Μιχαὴλ Β´ (Θ´ αἰών).

Κατὰ τὸ ἔτος 1063 ἡ βασίλισσα Αἰκατερίνη ἡ Κομνηνή, μὲ τὸ μοναχικὸν ὄνομα Ξένη, ἀφιερώνει εἰς τὴν μονὴν χειρόγραφον εὐαγγέλιον, ὅπου ὀνομάζει αὐτὴν μονὴν τῆς Ἁγίας Τριάδος Χάλκης.

γνωστος παραμένει ὁ χρόνος τῆς ἱδρύσεως τῆς μονῆς τῆς Ἁγίας Τριάδος. Κατὰ μίαν παράδοσιν, τὴν ὁποίαν πρῶτος ἀνέγραψεν ὁ Κωνστάντιος Α´ ὁ ἀπὸ Σιναίου, ἱδρυτὴς τῆς μονῆς φέρεται ὁ ἱερὸς Φώτιος Α´ πατριάρχης ΚΠόλεως (858-867, 877-886), Θ´ αἰών. Τὴν γνώμην ταύτην υἱοθέτησαν οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς μετὰ ταῦτα γράψαντας. Ἴσως δὲ ἡ μονὴ νὰ ἧτο ἀρχαιότερα καὶ ὁ ἱερός Φώτιος νὰ ἧτο ὁ Α´ ἀνιδρυτὴς αὐτῆς. Ἡ παράδοσις αὕτη ἔχει εἰσέλθῃ καὶ εἰς τὴν ὑμνολογίαν τῆς Ἐκκλησίας.

Ι. Ν. ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΧΑΛΚΗΣ

Εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, πιθανῶς κατὰ τὸν Θ´ αἰῶνα, ἡ μονὴ ὡς σταυροπηγιακὴ εἶχε τὴν ἐξάρτησίν της ἀπὸ τὸν οἰκουμενικὸν θρόνον. Ἡ σταυροπηγιακή της ἀξία θὰ ἀνανεώνηται ἀπὸ τοὺς κατὰ καιροὺς οἰκουμενικοὺς πατριάρχας (Μητροφάνης Γ´ 1569, Γαβριὴλ Δ´ 1781, Γερμανὸς Δ´ 1843).

Ι. Ν. ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΧΑΛΚΗΣ - ΤΟ ΔΕΞΙΟΝ ΚΛΗΤΟΣ

Δεύτερος ἀνακαινιστὴς τῆς μονῆς ὑπῆρξεν ὁ μοναχὸς καὶ ἡγούμενος αὐτῆς Μητροφάνης, α´) 1540-1545, β´) ὡς Καισαρείας, 1551-1565 καὶ οἰκουμενικὸς πατριάρχης Μητροφάνης Γ´ (1565-1572, 1579-1580). Οὗτος ἔκτισεν ἐκ νέου καὶ ἐκαλλώπισε τὴν ἐρειπωμένην μονήν, ἀνασυνέστησε τὴν ἀδελφότητα γενόμενος ἡγούμενος καὶ τὴν ἐπροίκισε μὲ βιβλιοθήκην χειρογράφων.

Τρίτος κτίτωρ καὶ εὐεργέτης τῆς μονῆς ἀνεδείχθη τὸ 1772 ὁ ἐκ Χίου μοναχὸς καὶ ἡγούμενος Σαμουὴλ ὁ Κωφός. Ἀνωκοδόμησε τὰ τείχη καὶ τὸν περίβολον, τὴν βόρειαν πλευράν, ἀνωκοδόμησε καὶ ηὐτρέπισε τὸν ναόν, ἔκτισε νέα κελλία καὶ οἰκίσκους, κατεσκεύασε δὲ τὰς στέρνας, τὴν μίαν εἰς τὴν κυρίαν εἴσοδον καὶ τὴν ἄλλην πλησίον τοῦ ναοῦ.

Τέταρτος κτίτωρ καὶ ἀνακαινιστὴς τῆς μονῆς κατέστη ὁ πατριάρχης ΚΠόλεως Γερμανὸς Δ´ (1842-1845, 1852-1853). Οὗτος ἐπισκεφθεὶς κατὰ Σεπτέμβριον 1842 τὴν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1821 πυρίκαυστον γενομένην καὶ ἠρειπωμένην ἱερὰν μονήν, καὶ κατόπιν ἀδείας κυβερνητικῆς ἀνέλαβε καὶ ἀνίδρυσε τὴν οἰκοδομὴν τῆς ἱερᾶς μονῆς, τοῦ κυρίως κτιρίου, τοῦ φούρνου, τοῦ μαγειρείου, τῆς κιστέρνας κτλ., ἀνεκαίνισε δὲ τὴν ἐκ τοῦ σεισμοῦ βλαβεῖσαν καὶ ἑτοιμόρροπον ἐκκλησίαν τῆς ἱερᾶς μονῆς. Τὴν 13ην Σεπτεμβρίου 1844 ὁ πατριάρχης, μὲ συλλειτουργοὺς τοὺς μητροπολίτας τοῦ θρόνου ἐτέλεσεν αὐτοπροσώπως τὰ ἐγκαίνια τῆς ἐκκλησίας.

Εἰς τοὺς ἀνακαινισθέντας αὐτοὺς χώρους τῆς μονῆς τῆς Ἁγίας Τριάδος ὁ πατριάρχης ΚΠόλεως Γερμανὸς Δ´ ἵδρυσε τὴν ἱερὰν Θεολογικὴν Σχολὴν τῆς Χάλκης (1844). Τὴν 1ην Ὀκτωβρίου 1844 δι᾽ ἰδιαιτέρας ἐκκλησιαστικῆς τελετῆς ἐγένετο ἡ ἔναρξης λειτουργίας τῆς σχολῆς. 8 Όκτωβρίου 1844 ἤρχισαν τὰ μαθήματα. 1844-1971 ἦσαν ἀνοικταὶ αἱ πύλαι της.

Τὸ κτίριον εἰς σχῆμα Π, στὸ ὁποῖον ἐστεγάσθη ἡ σχολὴ ἧτο διώροφον, πέτρινον στὸ κάτω καὶ ξύλινον στὸ ἐπάνω πάτωμα, ἔχον καὶ τὰ ἀνάλογα δωμάτια διὰ τὴν στέγασιν καὶ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν εἰς αὐτὸ διδασκόντων καὶ μαθητευομένων. Εἶχε προσέτι αἴθουσας παραδόσεων, τὸ νοσοκομεῖον, τὸ διευθυντήριον καὶ τὸ πατριαρχικὸν διαμέρισμα. Ἐκτὸς τούτων ὑπῆρχον καὶ τὰ βοηθητικὰ τμήματα, ἰδίως ἡ βιβλιοθήκη, λιθόκτιστος διώροφος οἰκοδομή, κτισθεῖσα καὶ αὐτὴ δαπάναις τοῦ Γερμανοῦ Δ´, εἰς δὲ τὴν νοτιοδυτικὴν πλευρὰν ἕνας σταῦλος, τὸ κιόσκι καὶ τὸ νέον κτίριον πρὸς νότον. Ὁ ναὸς εὑρίσκετο εἰς τὸ μέσον τοῦ γράμματος Π (κέντρον).

Τοῦ κυρίως κτιρίου καὶ τῶν παραρτημάτων αὐτοῦ ἐγένετο γενικὴ ἐπισκευὴ τὸ 1869. Μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1890-1892 ἐκτίσθησαν ἐκ νέου τὸ μισὸ μέρος τῆς δυτικῆς πλευρᾶς, καθὼς καὶ τῆς βορειοδυτικῆς τοιαύτης.

Σφοδρὸς σεισμὸς ὅμως, ὁ ὁποῖος ἔλαβε χώραν τὴν μεσημβρίαν τῆς Τρίτης 28ης Ἰουνίου 1894, μετέτρεψεν εἰς ἐρείπια ἤ ἀφῆκε σχεδὸν ἑτοιμόρροπα τὰ πάντα, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ναόν, ὁ ὁποῖος καὶ αὐτὸς ἐνεφάνιζε μερικὰ ρήγματα.

Διὰ τῆς δωρεᾶς τοῦ Παύλου Στεφάνοβικ ἐκτίσθη, μὲ ἀρχιτέκτονα τὸν Περικλὴν Φωτιάδην, τὸ σημερινὸν λαμπρὸν κτίριον τῆς σχολῆς, ἐκ δύο ὀρόφων καὶ τοῦ ἰσογείου, τοῦ ὁποίου τὰ ἐγκαίνια ἐτελέσθησαν τὴν 6ην Ὀκτωβρίου 1896.

Ἡ Τράπεζα τῆς ἱερᾶς Θεολογικῆς Σχολῆς τῆς Χάλκης.

Οἱ βοηθητικοὶ χῶροι: τὸ μαγειρεῖον καὶ τὸ πλυντήριον εἰς τὰ ἀνάλογα μέρη τῆς νοτίου πλευρᾶς. Στὰ νότια μέρη τοῦ περιβόλου ὑπάρχουν ὁ ἄλλοτε σταῦλος καὶ ὁ φοῦρνος τῆς σχολῆς. Εἰς τὴν συνέχειαν τὸ θερμοκήπιον καὶ τὸ θυρωρεῖον. Τὸ κτίριον περιτριγυρίζεται ἀπὸ ὡραίους κήπους, διὰ τὴν διαῤῥύθμισιν τῶν ὁποίων ἐνδιεφέρθη καὶ εἰργάσθη αὐτοπροσώπως ὁ μητροπολίτης Πριγκηποννήσων Δωρόθεος (1891-1974). Ὄπισθεν τοῦ ἱεροῦ βήματος, καθὼς καὶ εἰς ἴδιον χῶρον ἐκτὸς τοῦ περιβόλου τῆς σχολῆς ὑφίστανται τάφοι πατριαρχῶν, μητροπολιτῶν, καθηγητῶν καὶ μαθητῶν τῆς σχολῆς. Τὸ ὅλον κτιριακὸν συγκρότημα τῆς σχολῆς περιβάλλεται ἀπὸ πολυγωνικὸν λίθινον τοῖχον.

Οἱ κατὰ καιροὺς ἡγούμενοι τῆς μονῆς τῆς Ἁγίας Τριάδος ὑπῆρξαν οἱ ἑξῆς:

νώνυμος, ἡγούμενος τῆς μονῆς τῆς Χαλκίτου (809-811), πιθανῶς ὁ Εὐδόκιμος, ἀναφερόμενος ὑπὸ τοῦ Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου.
Ἰωάννης ὁ μοναχός, ὁ ἀνακαινίσας τὴν μονὴν τοῦ Χαλκίτου.
Κλήμης Α´, ὁ ἀναφερόμενος εἰς ἐπιστολὴν τοῦ Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, τὴν ἀποσταλεῖσαν πρὸς τὴν αὐτοκράτειραν Θεοδοσίαν.
Λέων ὁ μοναχός, πιθανῶς ἐπὶ αὐτοκράτορας Ἰωάννου Α´ τοῦ Τσιμισκῆ (969-976).

Μετὰ τὸν Λέοντα καὶ μέχρι τοῦ ἔτους 1540 παραμένουν ἄγνωστα τὰ ὀνόματα τῶν ἡγουμένων.

Μητροφάνης (α´) 1540-1545, β´) 1551-1565.
Μοναχὸς Ἰωσήφ, 1609-1616, ἐπὶ πατριάρχου Γαβριὴλ Α´.
Ἱερομόναχος Μάξιμος, περὶ τοῦ ὁποίου γίνεται μνεία εἰς χειρόγραφον τῆς μονῆς.
Διονύσιος Α´ (1691).
Κλήμης Β´ (1714).
Ἱερομόναχος Ἀρσένιος.
Διονύσιος Β´.
Ἰάκωβος Α´.
Ἱερομόναχος Ἰωσήφ.
Σαμουὴλ ὁ Κωφὸς (1778).
Ἱερομόναχος Ἄνθιμος.
Δαμασκηνός.
Ἱερομόναχος Ἀθανάσιος (1826).
Ἰάκωβος Β´ ὁ ἐξ Ἄνδρου (1826-1834).

Μετὰ τὴν ἵδρυσιν, κατὰ τὸ 1844, τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς, οἱ ἑκάστοτε σχολάρχαι ἀνελάμβανον καὶ τὸ ἀξίωμα τοῦ ἡγουμένου τῆς ἱερᾶς μονῆς καὶ τῆς μοναστικῆς κοινοβιακῆς ἀδελφότητας, τὴν ὁποίαν ἀπαρτίζουν κατὰ ἕνα ἰδιότυπον τρόπον οἱ ἀδελφοὶ τῆς ἱερᾶς μονῆς τῆς Ἁγίας Τριάδος, οἱ καθηγηταὶ καὶ οἱ μαθηταὶ αὐτῆς.

1. Κωνσταντῖνος Τυπάλδος, ἀρχιμανδρίτης, μητροπολίτης    Σταυρουπόλεως, 1844-1864.
2. Φιλόθεος Βρυέννιος, ἀρχιμανδρίτης (διευθυντής), 1863.
3. Ἄνθιμος Μιχαήλ, μητροπολίτης Πρεσλάβας, α´ διευθυντής, 1863-1864.
4. Νικηφόρος Γλυκᾶς, ἀρχιμανδρίτης, 1864-1865.
-   Ἄνθιμος Μιχαήλ, μητροπολίτης Πρεσλάβας, 1865-1867.
5. Γερμανὸς Γρηγορᾶς, ἀρχιμανδρίτης, α´, 1865-1869. (συνυπεύθυνος μετὰ τοῦ Πρεσλάβας Ἀνθίμου), 1865-1867.
6. Σπυρίδων Βρετός, πρωθιερεύς, 1869-1870.
7, Βασίλειος Ἀστερίου, μητρ. Ἀγχιάλου, α´) προσωρινῶς, 1870-1872.
8. Γρηγόριος Φωτεινός, ἀρχιμανδρίτης, 1872-1873.
9. Ἰωάννης Ἀναστασιάδης, ἀρχιμανδρίτης, προσωρινῶς, 1873.
- Βασίλειος Ἀστερίου, μητροπολίτης Ἀγχιάλου, β´), 1873-1876.
10. Γρηγόριος Ζιγαβηνός, ἀρχιμανδρίτης, προσωρινῶς, 1876-1877.
- Γερμανός Γρηγορᾶς, ἀρχιμανδρίτης, β´), 1877-1898.
11. Μιχαὴλ Κλεόβουλος, ἀρχιμανδρίτης, προσωρινῶς, 1898.
12. Ἀπόστολος Χριστοδούλου, ἀρχιμανδρίτης, μητροπολίτης Σταυρουπόλεως, 1898-1906.
13. Ἰωάννης Εὐστρατίου, ἀρχιμανδρίτης, προσωρινῶς, α´, 1906.
14. Εἰρηναῖος Πανταλέοντος, μητρ. πρώην Μελενίκου, 1906-1907.
15. Γερμανὸς Στρηνόπουλος, ἀρχιμανδρίτης, μητρ. Σελευκείας, 1907-1922.
- Ἰωάννης Εὐστρατίου, ἀρχιμανδρίτης, προσωρινῶς, β') 1922.
16. Βασίλειος Στεφανίδης, διάκονος, προσωρινῶς, 1922. Ἐπὶ ἐν διάστημᾳ χρόνου μέχρι τοῦ διορισμοῦ ἑνὸς κληρικοῦ, τὴν καθοδήγησιν τῆς σχολῆς καὶ τῆς μονῆς ἀνέλαβον οἱ καθηγηταὶ (λαϊκοί), ὅπως καὶ ἀργότερον (1950-1951).
17. Παντολέων Κομνηνός, προσωρινῶς, 1922-1923.
18. Βασίλειος Ἀντωνιάδης, προσωρινῶς, 1923.
19. Μελέτιος Δουκάκης, ἀρχιμανδρίτης, 1923-1924.
20. Ἰωακεὶμ Πελεκάνος, ἀρχιμανδρίτης, μητροπολίτης Σταυρουπόλεως, 1924-1931.
21. Ἀλέξανδρος Ζῶτος, ἐπίσκοπος Τραχείας, 1932.
22. Αἰμιλιανὸς Παπαδημητρίου, ἐπίσκοπος Μιλήτου, μητροπολίτης Φιλαδελφείας, 1932-1942.
23. Χρυσόστομος Κορωναῖος, ἀρχιμανδρίτης, μητροπολίτης Νεοκαισαρείας, 1942-1950.
24. Ἰωάννης Παναγιωτίδης, διδάσκαλος τοῦ Εὐαγγελίου; 1950.
25. Ἐμμανουὴλ Φωτιάδης, μ. πρωτονοτάριος, 1950-1951.
26. Ἰάκωβος Στεφανίδης, μητροπολίτης Ἰκονίου, 1951-1955.
27. Μάξιμος Ῥεπανέλλης, ἀρχιμανδρίτης, μητρ. Σταυρουπόλεως, 1955, ὁ περισσότερον ὑπηρετήσας μέχρι στιγμῆς, 1955-1989, 34 χρόνια.

πισθεν τοῦ ἱεροῦ βήματος τοῦ ναοῦ τῆς Ἁγίας Τριάδος εὐρίσκονται οἱ τάφοι τῶν ἑξῆς προσώπων:

ΚΠόλεως Κύριλλος Ζ´, θάνατος 1872.
ΚΠόλεως Κωνσταντῖνος Ε´, (1833-1914).
Νικομήδειας Φιλόθεος Βρυέννιος 1833-1917.
Σάρδεων Μιχαὴλ Κλεόβουλος, 1848-1918.
Ἀρχιμανδρίτης Γερμανὸς Γρηγορᾶς, 1832-1904.
Ἰωάννης Τάξης, καθηγητής, 1807-1877.
Λέανδρος Ἀρβανιτάκης, ὁμοίως, 1824-1893.
Ἠλίας Τανταλίδης, ὁμοίως, 1818-1876.
Παντολέων Κομνηνός, ὁμοίως, 1867-1923.

Εἰς τὸ ἔξω τοῦ περιβόλου τῆς ἱερᾶς μονῆς νεκροταφεῖον, τὸ ὁποῖον δυστυχῶς ἔχει σχεδὸν διαλυθῆ, εὑρίσκοντο τὰ σώματά τῶν ἑξῆς προσώπων:

ΚΠόλεως Νεόφυτος Η´ (1832-1909).
Γάνου καὶ Χώρας Σεραφεὶμ Σκαρούλης.
Καστοριᾶς Ἰωακεὶμ Βαξεβανίδης.
Μυριοφύτου καὶ Περιστάσεως Φιλόθεος.
Πελαγωνείας Ἰωακεὶμ Φορόπουλος.
Πρώην Μογλενῶν Καλλίνικος.
Ἡγούμενος Ἰάκωβος Ἀνδρειώτης.
Ἡγούμενος Χρύσανθος Βατοπεδινός.

Καθηγηταί:

Περικλῆς Γρηγοριάδης (1881).
Δημήτριος Χαντζερῆς (1875).
Εὐάγγελος Ἀμαξόπουλος (1902).
Ἀριστείδης Κριμλῆς (1919).
Χριστόφορος Σαμαρτζίδης (1919).
Κλεάνθης Χαραλαμπίδης (1919).
Μιχαὴλ Κεφάλας (1919).
Γεώργιος Λιανόπουλος (1847-1922).
Θεόδωρος Βασματζίδης (1917).
Εὐστράτιος Γεωργιάδης (1917).
Θαλῆς Ἀντωνιάδης (1917).
Μιχαὴλ Κεφάλας (1919).
Γ. Μανόπουλος (1917).
Στέφανος Μπάρκας (1923).

Τὸ νεκροταφεῖον τοῦτο τῆς μονῆς, δυστυχῶς, κατὰ τὴν ροὴν τοῦ χρόνου ὑπέστη μεγάλας καταστροφὰς καὶ εἶχε σχεδὸν ἐρημωθῇ. Εὐτυχῶς ὅτι ὁ Κπόλεως Βαρθολομαῖος ἐσχάτως (1996) ἐπέδειξε προσωπικὸν ἐνδιαφέρον διὰ τὸ νεκροταφεῖον τοῦτο γενικώτερον ἀλλὰ καὶ διὰ τῶν καλλωπισμὸν καὶ τὴν εὐπρέπειαν τοῦ τάφου τοῦ εἰς αὐτὸ ἀναπαυομένου προκατόχου αὐτοῦ Νεοφύτου Η´, δίδων συνάμα πατριαρχικὸν τρισάγιον ἀπὸ τοῦ ἔτους ἐκείνου ἐπὶ τοῦ τάφου τούτου (21 Ἰουνίου).
 
Ι. Ν. ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΧΑΛΚΗΣ